Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

H ιδιότητα του πολίτη ως προς την εθνική και ευρωπαϊκή του ταυτότητα και πώς θα μπορούσε να αποτελέσει απάντηση στο έλλειμμα δημοκρατίας του παγκόσμιου καπιταλιστικού μοντέλου και στο αίτημα για μια δίκαιη κοινωνία των πολιτών.


Εισαγωγή

Τις τελευταίες δεκαετίες πραγματοποιείται μια παγκόσμια πολυεπίπεδη αναδιάταξη, απόρροια της λήξης του ψυχρού πολέμου και της προσπάθειας ισχυρών και ανερχόμενων ισχυρών κρατών να ηγεμονεύσουν στο νέο περιβάλλον, καθώς και της παγκοσμιοποίησης που νομιμοποιεί εξωθεσμικούς να επιβάλλονται στην πολιτική∙ η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας/επικοινωνιών μεταβάλλει το οικείο εντός συνόρων περιβάλλον των πολιτών και δημιουργεί παγκόσμια νέες κοινωνικές δομές.

Στην παρούσα εργασία επιχειρείται να εξεταστεί η δυνατότητα και ο τρόπος παρέμβαση του πολίτη στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και κατά πόσο μπορεί να αποτρέψει το έλλειμμα Δημοκρατίας, με εφόδιο την εθνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα και αξιοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχει η ιδιότητά του ως πολίτης.

Η δημιουργία μιας Δίκαιης Κοινωνίας μολονότι πρόκειται περισσότερο για ουτοπία, παραμένει πρόκληση για τον πολίτη που θα πρέπει να αποφασίσει αν αποτελεί μονόδρομο το δίλημμα που της παγκοσμιοποίησης, να είναι είτε  καταναλωτής είτε αποκλεισμένος.

Εθνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα

Η εθνική ταυτότητα οικοδομείται με τη δημιουργία των εθνών-κρατών με στόχο να υφάνει δεσμούς που θα εγγυόντουσαν το εγχείρημα έθνος-κράτος∙  ανταποκρίθηκε στο ρόλο της γιατί δημιούργησε ένα πλαίσιο κοινών αξιών που ενισχύει την αίσθηση του «συνανήκειν» και γιατί η  κοινή κουλτούρα, η ταύτιση του ενός με τον άλλο, δεσμεύει τους πολίτες να μοιράζονται μεταξύ τους τα κοινωνικά αγαθά. (Bellamy, 1999:σ. 4-5).

Το έθνος–κράτος, πέτυχε μέσα στην επικράτειά του πολιτιστική και εθνική ομοιογένεια που οδήγησαν στο εκδημοκρατισμό της διακυβέρνησης∙ o  Habermas (1994, σ. 22-23) παρατηρεί ότι  το έθνος-κράτος και η Δημοκρατία είναι δίδυμα παιδιά της Γαλλικής Επανάσταση.

Σε αντίθεση με την εθνική ταυτότητα, η ευρωπαϊκή έχει λίγα χρόνια ζωής. Θεσπίζεται το 1992 με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και με τη συνθήκη του Άμστερνταμ (ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ), διασαφηνίζεται ότι ευρωπαϊκή ιθαγένεια είναι συμπληρωματική ως προς την εθνική και δεν την αντικαθιστά.

 Ωστόσο, η μη ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα  στην αίσθηση του «συνανήκειν» μεταξύ των λαών.  Το πλέγμα κοινών αξιακών αναφορών που ξεκινούν με τον Διαφωτισμό δε λειτουργεί καταλυτικά ώστε η ευρωπαϊκή ταυτότητα να τους εμπνέει να υπερασπίζονται από κοινού το ευρωπαϊκό οικοδόμημα από τις αλλοτριωτικές παρεμβάσεις του καπιταλισμού, και να διεκδικούν ένα κοινό μέλλον. Με την απροθυμία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της Ευρώπης να καλύψουν το θεσμικό έλλειμμα που εμποδίζει την πολιτική ολοκλήρωση, οι πολίτες αποξενωμένοι από τα κέντρα λήψης αποφάσεων και απογοητευμένοι από τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης, γίνονται δύσπιστοι με ΕΕ, με αποτέλεσμα να παρατηρείται άνοδος του εθνικισμού και αύξηση των ευρωσκεπτικιστών.

 Η ιδιότητα του πολίτη

Η ιδιότητα του πολίτη, κατά τον Leydet (2001) συμπεριλαμβάνει τρεις βασικές διαστάσεις∙ αυτή του νομικού καθεστώτος,  το οποίο καθορίζεται από ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, η δεύτερη αφορά στην πολιτική διαμεσολάβηση και η τρίτη διάσταση είναι η διακριτή ταυτότητα του πολίτη ως μέλος μιας πολιτικής κοινότητας.

Αυτές οι διαστάσεις διαμόρφωσαν δυο βασικά μοντέλα της ιδιότητας του πολίτη που εκφράζουν διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις.

Το δημοκρατικό/κοινωνικό μοντέλο με έμφαση στη διάσταση της πολιτικής διαμεσολάβησης  ενσαρκώνει την αριστοτελική αντίληψη∙ ο πολίτης είναι ικανός να κυβερνά και να κυβερνιέται εκ περιτροπής∙ διαθέτει το πολιτικό αυτεξούσιο∙ οι πολίτες είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα αυτοί που διανέμουν και αναλαμβάνουν τα αξιώματα. (Leydet, 2001).

 Ο Taylor, αναφερόμενος στο κοινωνικό μοντέλο, περιγράφει την αυτεξούσια  συμμετοχή ως ουσία της ελευθερίας που πρέπει να διασφαλίσουμε, και ως ουσιώδες στοιχείο της δυναμικής του πολίτη. (Habermas, 1994, σ. 26).

 Το φιλελεύθερο μοντέλο αναπτύχθηκε το 17ο αιώνα και επικεντρώνεται στην νομική προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη παρά στη σύνθεση και την πραγμάτωση της συμμετοχής∙ η πολιτική ελευθερία είναι σημαντική εάν σημαίνει την προστασία των ατόμων από παρεμβάσεις τρίτων ή των ίδιων των Αρχών. (Leydet, 2001).  

Σε αντίθεση με την Αθηναϊκή Δημοκρατία, στις σύγχρονες Δημοκρατίες υπερέχει το φιλελεύθερο μοντέλο πολίτη. Το πολιτικό σύστημα, το οποίο για δεκαετίες συγκρότησε ένα κοινωνικό κράτος με παροχές διαφυλάττοντας τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ανισότητες και τη δημιουργία αποκλεισμένων ομάδων, «ευνούχισε» τον πολίτη στο επίπεδο πολιτικής συμμετοχής, καθιστώντας τον καταναλωτή, ιδιώτη και παρατηρητή των πολιτικών εξελίξεων. Αυτό το μοντέλο συνεχίζει να εξυπηρετεί την σημερινή παγκόσμια τάξη πραγμάτων.

 Παγκοσμιοποίηση- έλλειμμα Δημοκρατίας- Δίκαιη Κοινωνία

Οι συνθήκες στο πολιτικό, κοινωνικό και επικοινωνιακό περιβάλλον άλλαξαν από την δημιουργία των πρώτων εθνών-κρατών. Μεσολαβούν δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, δημιουργούνται διεθνείς και υπερεθνικοί οργανισμοί, η τεχνολογία εκμηδενίζει τις αποστάσεις, τερματίζεται ο ψυχρός πόλεμος, o Web.2 καταργεί τα σύνορα και ανοίγει ψηφιακές λεωφόρους σε ένα παγκόσμιο χωριό, στο οποίο οι πολίτες αντλούν νέες προσλαμβάνουσες, νέα πρότυπα και ανταλλάσουν πολιτισμικά αγαθά. Ο Βεργόπουλος (1999:σ.16,19) διατυπώνει τη σκέψη πως θα ήταν θεμιτό να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα διαμορφώσουν μιαν υπερεθνική σκηνή για την ανάπτυξη μιας διεθνοποιημένης και παγκόσμιας Δημοκρατίας.

Αντί παγκόσμιας Δημοκρατίας βιώνουμε μιαν πολιτική ύβρη∙  τη διεθνοποίηση των αγορών και του κεφαλαίου, τον εξοστρακισμό της πολιτικής και την κατάργηση της Δημοκρατίας αφού η εξουσία των ολιγαρχικών οικονομικών κέντρων δεν πηγάζει από τον λαό, δεν αναφέρεται προς όφελος του λαού και δεν είναι σύμφωνη με τη λαϊκή βούληση (Πλατανάκης). Σύμφωνα με τον Habermas ίσως βιώνουμε την μετάβασή μας σε μια μεταδημοκρατική εποχή, όπου «…παρατηρείται η σταδιακή μεταφορά σημαντικών εξουσιών από τα δημοκρατικώς εκλεγμένα όργανα […] σε διεθνείς οργανισμούς, αλλά και σε αόρατες χείρες των διεθνών χρηματαγορών.» (Καραμπάτζος, 2013). Η Ελλάδα αποτελεί απόδειξη ως προς την παρατήρηση του Habermas δεδομένων των συνοπτικών διαδικασιών με τις οποίες αντικαταστάθηκε ο εκλεγμένος πρωθυπουργός της χώρας.

Η ηγεσία της ΕΕ αφενός επιτρέπει στους «οικονομικούς δείκτες» να καθορίζουν την πολιτική της, και αφετέρου όχι μόνο δεν προστατεύει τα κράτη-μέλη της από τις παρεμβάσεις των εξωθεσμικών κέντρων αλλά διακυβεύει το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, εξαντλώντας την ευρωπαϊκή δυναμική στο βωμό της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας που επιβάλλεται από το καπιταλιστικό σύστημα. (Βεργόπουλος, 1999:σ.42). Τα απότοκα αυτής της πρακτικής τα βιώνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες με την απορρύθμιση των συναλλαγών, τον περιορισμό του κόστους παραγωγής, τη μείωση εργατικών μισθών, την ελλειμματική πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά και τις κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες να μοιάζουν ως αυτονόητοι πολιτικοί μονόδρομοι. (Τσουκαλάς, 2010).

Ο Habermas  διαπιστώνει ότι τα έθνη-κράτη αντιλαμβάνονται τη διάσταση αυτής της κρίσης μόνο στο πλαίσιο των δικών τους εθνικών εμπειριών και προτείνει για την υπέρβαση του δημοκρατικού ελλείμματος της Ευρώπης και για τη δημιουργία ενός υπερεθνικού δημοκρατικού πολιτικού υποκειμένου, ένα κοινό ευρωπαϊκό σύνταγμα, την συνταγματοποίηση του ευρωπαϊκού δικαίου, όπου τα  καθολικά και συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών θα ανάγονται σε ένα πλαίσιο που θα συμπεριλαμβάνει τις διαφορετικές τους εθνικές πραγματικότητες. Πιστεύει ότι σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας που θα σέβεται τις εθνικές πολιτιστικές και πολιτισμικές παραδόσεις του κάθε κράτους θα μπορέσουν τα κράτη και κατά συνέπεια οι πολίτες να αναπτύξουν έναν ευρωπαϊκό συνταγματικό πατριωτισμό. (Habermas, 1994:σ. 33-34).

Στο ερώτημα του Βούλγαρη (2009:σ. 379) για το πως «… μπορούμε να αναστοχαστούμε τις εθνικές και πολιτισμικές ταυτότητες ώστε να συνυπάρξουν με τους πολιτισμικά διαφορετικούς, σε  συνθήκες διαλόγου και όχι κοινοτιστικού αυτισμού ή περιχαράκωσης;», ο Habermas (1994:σ.27) απαντά ότι η πολιτική κουλτούρα θα εξυπηρετεί ως κοινός παρονομαστής τον συνταγματικό πατριωτισμό, ο οποίος θα κάνει διακριτή την ποικιλότητα και την ακεραιότητα των διαφορετικών τρόπων ζωής που συνυπάρχουν στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες.

 Ο καπιταλισμός και η παγκοσμιοποίηση περιορίζουν εν μέρει τον έλεγχο που ασκούν τα έθνη κράτη στην επικράτειά τους, όπως και τις δημοκρατικές διαδικασίες, αντικαθιστώντας τους όρους πολιτικής με όρους οικονομίας. Ωστόσο, βάση νομιμότητας των κρατών παραμένουν ακόμα τα συμβόλαια μεταξύ των κυβερνήσεων και των πολιτών. (Held & McGrew, 2004:σ. 36). 
Για πόσο όμως; Όσο οι πολίτες παραμένουν νωθροί απέναντι στην οικονομική παγκοσμιοποίησης που επηρεάζει δραματικά τις ζωές τους, και αρκούνται στην προστασία της ατομικής τους ελευθερίας και στο ρόλο τους ως πελάτες της οικονομίας, το έλλειμμα δημοκρατίας θα επεκταθεί από το παγκόσμιο ή πανευρωπαϊκό επίπεδο και στο εθνικό. Το homo economicus είναι πρωτίστως homo politicus γι’ αυτό θα πρέπει να δραστηριοποιείται πολιτικά και να συνδράμει την «κοινωνία των πολιτών». Ο Μουζέλης (Το Βήμα, 1997) την χαρακτηρίζει ως ένα αυτοκυβερνώμενο «ενδιάμεσο» χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς, αποτελούμενο από θεσμούς και ομάδες, οι οποίες λειτουργούν κατά του αυταρχισμού και της υπερσυγκέντρωσης του κράτους, της οικονομίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού∙ αυτό σημαίνει ότι όλα τα δικαιώματα διαχέονται προς τη βάση. Μέσα στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, οι κοινωνίες των πολιτών μπορούν να αντιμετωπίσουν τα παράγωγα του καπιταλισμού, να συμβάλουν στον εξανθρωπισμό της κοινωνίας (Μουζέλης Ν., Το Βήμα, 1997) και στην μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό, βάζοντας τα θεμέλια για μια Δίκαιη Κοινωνία.  

Εξυπακούεται πως προϋπόθεση για μια  Δίκαιη Κοινωνία είναι η ελεύθερη και ανεπηρέαστη άσκηση της ιδιότητάς του. Μια Δίκαιη Κοινωνία εντός συνόρων θα έχει καταλυτικό ρόλο και σε υπερεθνικό επίπεδο, ακόμα και στο παγκόσμιο επίπεδο όπου ο ενεργός πολίτης διεκδικεί θέση και ρόλο. Η Δίκαιη Κοινωνία ενδυναμώνει τους πολίτες απέναντι στην ισοπεδωτική και μονοδιάστατη παγκοσμιοποίηση, χαρίζοντάς τους την ευημερία.

Ο πολίτης έχει τη διακριτική ευχέρεια να λειτουργεί είτε με την κοινωνική είτε με την φιλελεύθερή ιδιότητά του σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Έχει όμως και την εναλλακτική λύση που προτείνουν οι κοινοτιστές. Να ενσωματωθεί στην κοινότητα (πόλη, έθνος, ομοσπονδία, παγκόσμια κοινότητα) ως μέρος του όλου και να σχηματοποιήσει την προσωπική και κοινωνική του ταυτότητα σε ένα ορίζοντα κοινών παραδόσεων και διυποκειμενικώς αναγνωρισμένων θεσμών. Η πρόκληση είναι να πετύχει μέσα από την ενσωμάτωσή του να διασώσει και το πολιτικό αυτεξούσιό του. (Habermas, 1994, σ. 25-27).
 
Επίλογος

Εν κατακλείδι, η οικονομική παγκοσμιοποίηση μπορεί να αντιμετωπιστεί με πολιτικούς όρους και τα παράγωγά της να περιοριστούν ώστε να εκλείψει το δημοκρατικό έλλειμμα. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έχει ο ίδιος ο πολίτης, ο οποίος κατέχει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα και μέσα στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον είναι επίσης κοσμοπολίτης ή πολίτης του κόσμου.  Η συνειδητότητα  ως προς τις δυνατότητες και τη δύναμη που μπορεί να αντλήσει από την ίδια την ιδιότητά του μπορεί να είναι καταλυτική ως προς τον τρόπο που διακυβερνάται και που μπορεί να διακυβερνήσει. Προϋπόθεση είναι να ακολουθήσει τη φύση του, η οποία τον ορίζει ως ον πολιτικό, ως ον που ανήκει και μετέχει πολιτικά σε μια «πόλη», με ανεπτυγμένες πλήρως τις ανθρώπινες ιδιότητές του. (Παπαγιαννίδης, σ.2 και Πλατανάκης).   
 

Βιβλιογραφία

Bellamy R. (1999). “Four models of European citizenship” στο Bort E. & Keat, R. (eds) The boundaries of understanding: essays in honor of Malcolm Anderson.

Βεργόπουλος Κ. (1999). Παγκοσμιοποίηση. Η μεγάλη χίμαιρα. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη. σ. 15-67, 341-370).

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, Οι συνθήκες της Ε.Ε. Διαθέσιμο στη σελίδα http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE_%CE%88%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7, 13.01.2014.

Βούλγαρης Γ. (2008). Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις. σ. 68-79, 111-115, 365 -380.

Held D. &  McGrew A. (2004).  Παγκοσμιοποίηση – Αντι-παγκοσμιοποίηση (μετ. Κατ. Κιτίδη). Αθήνα: Πολύτροπον. σ. 13-15, 29-67.


 Leydet D. (2001). “Citizenship” in Stanford Encyclopedia of Philosophy. Διαθέσιμο στη σελίδα http://plato.stanford.edu/entries/citizenship/, 01/12/13.

 Μουζέλης Ν. (1997). “Τι είναι η κοινωνία των πολιτών/Πολυσημικότητα και πολλαπλότητα”  Το Βήμα. 14.12.1997. Είναι διαθέσιμο στη σελίδα http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=94080, 01/12/13.

Παπαγιαννίδης, Α. (2001). “Πολιτική επιστήμη”. Εγχειρίδιο ΕΔΜ50. σ. 1- 45.
Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://eclass.ouc.ac.cy/course/view.php?id=198, 01/12/13.

 Πλατανάκης Χ., «Δημοκρατία». Διαθέσιμο στη σελίδα
http://eclass.ouc.ac.cy/pluginfile.php/23040/course/section/4736/Democracy%20tip.swf 01.12.2013.

Τσουκαλάς Κ. (2010). “Ο σώζων εαυτόν σωθήτω”. Εφημερίδα Το Βήμα. Διαθέσιμο στη σελίδα http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=329283, 13.01.2014.

 

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

"Ο βαθμός αντικειμενικότητας - υποκειμενικότητας μεταξύ Επικοινωνίας και Δημοσιογραφίας ποικίλλει. Ο δημοσιογράφος παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι, ενώ ο σύμβουλος επικοινωνίας όπως θα ήθελε να είναι"


Εισαγωγή
Στην παρούσα εργασία επιχειρείται, αφενός να καταδειχτεί ως ορθός ο ισχυρισμός της εκφώνησης, ότι δηλαδή ο βαθμός μεταξύ αντικειμενικότητας– υποκειμενικότητας μεταξύ Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας ποικίλλει, και αφετέρου - ως προς την επέκταση του ισχυρισμού- να υπάρξει η εξής διασαφήνιση: ο μεν δημοσιογράφος επιδιώκει να παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι, γιατί έχει ως στόχο να πλησιάζει την αντικειμενικότητα και την αλήθεια των γεγονότων, ο δε σύμβουλος επικοινωνίας παρουσιάζει τα πράγματα όπως θέλει.

Η δημοσιογραφία και η επικοινωνία είναι κλάδοι, που έχουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. οι επαγγελματίες τους, δημοσιογράφοι και σύμβουλοι επικοινωνίας αντίστοιχα, λειτουργούν ως πομποί έχοντας ως δέκτες διάφορες ομάδες -στόχοι. Επί της ουσίας και οι δυο «πωλούν προϊόντα» μαζικά, - ο δημοσιογράφος π.χ. μιαν είδηση, ο δε σύμβουλος επικοινωνίας την εικόνα ενός πολιτικού. Μολονότι όμως, ζωτικό συστατικό του αντικειμένου και των δυο είναι η πληροφορία, διαπιστώνεται ότι την αντιμετωπίζουν σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετα.

Η δημοσιογραφία ακολουθεί επιταγές μιας δεοντολογικής ηθικής και επιχειρεί την αμερόληπτη προσέγγιση της πληροφορίας ώστε να την μεταδώσει αντικειμενικά, ενώ η επικοινωνία χρησιμοποιεί την πληροφορία έχοντας ως στόχο την προπαγάνδα υπέρ του πελάτη.

Δημοσιογραφία

Αν θεωρηθεί ότι η Δημοσιογραφία συμπεριλαμβάνει, όπως αναφέρεται στο εγχειρίδιο EDM50[1], εκτός από την αναζήτησης της πληροφορίας, την κατανόηση, την ανάλυση καθώς και την επεξήγησή της, τότε σημαίνει πως από τη στιγμή που ο δημοσιογράφος την επικοινωνήσει γραπτώς ή προφορικώς, χάνει την αυθεντικότητά της. Ο λόγος είναι ότι ο δημοσιογράφος προσεγγίζει την πληροφορία υποκειμενικά, δηλαδή της προσδίδει τη δική του αλήθεια, την οποία αφηγείται ενώπιον μιας «εξουσίας», π.χ. ακροατήριο.[2]

Ωστόσο, ούτε αυτό το γεγονός αλλά ούτε και το παράδειγμα ότι η περιγραφή ενός συμβάντος από δυο αυτόπτες μάρτυρες πάντα διαφέρει,[3] οδηγεί στην κλασσική διατύπωση του σχετικισμού[4] και στη διαπίστωση πως δεν υπάρχει αλήθεια και αντικειμενικότητα στη δημοσιογραφία. Ομοίως ισοπεδωτική εκλαμβάνεται και η άποψη του κ. Κουσούλη που μοιάζει να καταδικάζει a priori έστω  και την πρόθεση για αντικειμενικότητα.[5]

Ωστόσο, υπάρχει ο αντίλογος που υποστηρίζει ότι η δημοσιογραφία  αξιώνει την αλήθεια και την αυθεντικότητα τόσο στη ίδια τη δημοσιογραφία όσο και στο δημόσιο διάλογο.[6]

Αυτό πραγματώνεται από δημοσιογράφους[7] που αντιμετωπίζουν την πληροφορία με σεβασμό, την περιγράφουν και την αφηγούνται όσο γίνεται πιο αντικειμενικά, χωρίς να διεκδικούν το προνόμιο της «απόλυτης» αλήθειας. Ο δημοσιογράφος μέσα από την ερμηνεία της είδησης και την αφήγηση επιχειρεί την αντικειμενικότητα.[8] Δεν έχει σημασία αν τελικά τα καταφέρνει, σημασία έχει ότι η αντικειμενικότητα παραμένει ως στόχος του.[9]

Απόδειξη της αναζήτησης, εκ μέρους του δημοσιογράφου, της ενδεχόμενης αλήθειας πίσω από μια είδηση ή σειρά γεγονότων, ή η αποκωδικοποίηση στοιχείων, είναι η αποκάλυψη σκανδάλων. Ενδεικτικά αναφέρονται, η περίπτωση του Βατοπεδίου, TOR M1, Siemens.  Επίσης, είθισται οι μάρτυρες να εμπιστεύονται αποκαλυπτικά στοιχεία σε δημοσιογράφους. Αναφέρεται, ως πρόσφατο παράδειγμα, η περίπτωση του Edward Snowden και του αρθρογράφου της Gurdian, Glenn Greenwald.[10] 

Μπορεί ο δημοσιογράφος να μην κατέχει την απόλυτη αλήθεια αλλά την πλησιάζει ως στόχο, αφενός με την ειλικρίνεια «…“a readiness against being fooled and eagerness to see through appearances to the real structure and motives that lie behind them.”» [11], και αφετέρου λειτουργώντας δίκαια[12]. Επιπλέον, είναι στη διακριτική του ευχέρεια να καλλιεργήσει και να αναπτύξει την αμεροληψία ως ιδιότητα[13], ώστε να καταλήγει σε συμπεράσματα «…by staring at the facts and thinking through the issues serve to identify your journalism…»[14]. 

Επίσης ο δημοσιογράφος κάνει ευρεία χρήση εργαλείων που μπορούν να στοιχειοθετήσουν με μετρήσιμα στοιχεία μιαν άποψη, συνεργάζεται με εταιρείες δημοσκοπήσεων, επικοινωνεί και ανταλλάζει απόψεις με ειδήμονες διαφορετικών τομέων. Δεκαετίες πριν, οι δημοσιογράφοι ξεκίνησαν να επαληθεύουν τις έρευνές τους κάνοντας χρήση τις  κοινωνικές επιστήμες και τη στατιστική ανάλυση, εγκαινιάζοντας την precision journalism (ελεύθερη μετάφραση: δημοσιογραφία ακριβείας).[15]  

Ωστόσο, όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα αφορούν σε περιβάλλοντα δημοκρατικά, όπου η διακίνηση των πληροφοριών και των ιδεών βοηθούν στην εμβάθυνση της Δημοκρατία, και όχι σε χώρες με απολυταρχικά πολιτεύματα.[16]  

Επικοινωνία

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, ερμηνεύει την Επικοινωνία ως έναν ευρύτερο όρο, ο οποίος χαρακτηρίζει ποικίλες δραστηριότητες και συμπεριφορές, «που αρχίζουν από τον γραπτό λόγο και τις ποικίλες εκδόσεις του για να καταλήξουν στην διαφήμιση και στα διαδικτυακά blog.»[17] Η Επικοινωνία όπως και η Δημοσιογραφία, είναι μορφή «…αναζήτησης και περιέργειας έναντι των πραγμάτων- με απόληξη, […] τη δημόσια υποστήριξη και προβολή…»[18]. 

Κατά τους Ralph D. Barney και Jay Black, οι σύμβουλοι επικοινωνίας μοιάζουν πολύ με τους δικηγόρους στον τρόπο άσκησης του επαγγέλματος τους∙ δίνουν δηλαδή επιλεκτικά μόνο ευνοϊκές πληροφορίες για τους πελάτες τους.[19] Αυτό δεν απέχει από την αλήθεια αν σκεφτεί κανείς, πόσο υποκειμενικά παρουσιάζουν οι σύμβουλοι επικοινωνίας το προφίλ ιδίως ατόμων του δημόσιου βίου, εκθέτοντας μόνο τα θετικά τους στοιχεία και αποκρύβοντας επιμελώς τα αρνητικά. 

Οι σύμβουλοι επικοινωνίας έχουν ως βασικό εργαλείο δουλειάς την πειθώ, θα μπορούσε να ονομαστεί και προπαγάνδα, όρος που είθισται να προσλαμβάνεται αρνητικά.[20] Αν υποτεθεί ότι ένας σύμβουλος επικοινωνίας προωθεί έναν υποψήφιο πολιτευτή, επαφίεται στον ίδιο πώς και σε τι βαθμό θα επιλέξει να χειραγωγήσει επικοινωνιακά, στην προκειμένη περίπτωση τους ψηφοφόρους, ώστε ο πελάτης του να εκλεγεί. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο –της πειθούς – οριοθετείται ο βαθμός αλήθειας που κάνει χρήση ο επαγγελματίας της επικοινωνίας ως προς τον πελάτη του.[21] Δηλαδή, κρύβει μόνο τόση αλήθεια ώστε να μην βλάψει τον πελάτη. Από τη στιγμή όμως που η αλήθεια γίνεται αντικείμενο «παζαρέματος», εξυπακούεται ότι την θέση της παίρνει -αν όχι το καθ’ εαυτόν ψέμα- η υποκειμενικότητα.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθικό πλαίσιο στην επικοινωνιακή χειραγώγηση του κοινού από τους σύμβουλους της επικοινωνίας, τους επιτρέπεται να ακολουθούν επαγγελματικές πρακτικές που μερικές φορές μπορεί να άπτονται της παραβατικότητας. Για παράδειγμα ένας σύμβουλος επικοινωνίας προωθεί ένα προϊόν, για το οποίο γνωρίζει ότι μετά από πχ οκτάμηνη χρήση προκαλεί μιαν αλλεργία, ωστόσο το αποκρύβει και προκαλεί εν γνώση του ζημιά σε μια μεγάλη ομάδα, την οποία κατόρθωσε να πείσει, γιατί αυτό είναι προς το συμφέρον του πελάτη που εκπροσωπεί. Στην προσπάθεια τους να επικρατήσουν στην κοινή γνώμη έναντι των αντιπάλων τους, διασπείρουν επίσης επιλεκτικές αλήθειες, οι οποίες ενδεχομένως είναι βλαπτικές για το κοινωνικό σύνολο. Ωστόσο δεν κατανοούν πως υπάρχουν φορές που η ηθική υποχρέωση απέναντι στην κοινωνίας υπερτερεί της υποχρέωσης απέναντι στον πελάτη.[22]  

Η βιομηχανία της επικοινωνίας φέρει μάλλον ευθύνη στον τρόπο που διαμορφώνονται οι καταναλωτικές, αισθητικές, και πολιτικές προσεγγίσεις των πολιτών. Με παράδειγμα τη σύσταση της τελευταίας Ελληνικής Βουλής, θα μπορούσε να αντιληφθεί κανείς τις δυνατότητες των συμβούλων επικοινωνίας στη χειραγώγησης των πολιτών με τη διασπορά επιλεγμένων και μόνο θετικών πληροφοριών, τουλάχιστον για κάποιους από τους βουλευτές. Οι σύμβουλοι μπορούν να πείσουν ότι τα πάντα είναι εικόνα, και η εικόνα μπορεί να διαμορφωθεί ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς.  Το μέτρο έπαψε να υφίσταται και δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι ένας καλός επικοινωνιολόγος κάνει θαύματα εκ του μη όντος.[23] Τα θαύματα όμως δεν προσεγγίζονται ποτέ με όρους αλήθειας και αντικειμενικότητας.
 

Επίλογος

Η διηνεκής φιλοσοφική αναζήτηση της αλήθειας[24], επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο λειτουργίας και εφαρμογής της Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας.

Η Δημοσιογραφία, αντιλαμβάνεται τη μη ύπαρξη της μίας αλήθειας ως πρόκληση, ώστε ο δημοσιογράφος αφού πρώτα ερευνήσει, επαληθεύσει και πλησιάσει την αντικειμενικότητα, θα αφηγηθεί τη δική του αλήθεια σε ένα κοινό.

Η Επικοινωνία, αντιθέτως, προσλαμβάνει τη μη ύπαρξη της αλήθειας ως άλλοθι, ώστε ο επικοινωνιολόγος να κάνει επιλεκτικά χρήση της αλήθειας όταν προωθεί ένα προϊόν.

Το γεγονός όμως ότι η Δημοσιογραφία και η Επικοινωνία, μέσω των πεδίων δραστηριοποίησής τους,  διαμορφώνουν μαζικά, απόψεις, τάσεις  και συνειδήσεις, ίσως θα πρέπει να απασχολήσει την κοινωνία των πολιτών, ώστε να πάψει κάποτε να θεωρείται αυτή η «εξουσία» στην καθημερινότητα τους δεδομένη και αναντίρρητη. Η δική τους χειραφετημένη στάση ζωής, η καλλιέργεια της αισθητικής και μια ώριμη και κριτική σκέψη απέναντι στα «προϊόντα» της δημοσιογραφίας και της Επικοινωνίας, ενδεχομένως υποστηρίξουν θετικά τους δυο κλάδους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

“Επιστήμες του ανθρώπου και επικοινωνία δημοσιογραφία”, Οδηγός Μελέτης ΕΔΜ50, Λευκωσία, 2013.
Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://eclass.ouc.ac.cy/mod/resource/view.php?id=38690, 10/xi/2013.




Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/can-journalists-be-objective, 10/xi/2013. 

Deavere Smith A., “Is there an absolute truth?”, Big Think.
Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/is-there-an-absolute-truth 10/xi/2013. 


Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/is-there-such-a-thing-as-historical-objectivity, 10/xi/2013. 


Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/jeff-jarvis-on-transparency-versus-objectivity, 10/xi/2013.
 
 Lemann N.,“Can journalists be objective?”, Big Think.
Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/nicholas-lemann-can-journalists-be-objective, 10/xi/2013.


McFadden C., “Can journalists be objective?”, Big Think.
Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/can-journalists-be-objective-2, 10/xi/2013.

Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/is-there-such-a-thing-as-absolute-truth, 10/xi/2013.






Παπαγιαννίδης, Α., “Φιλοσοφία και Επικοινωνία-Δημοσιογραφία”, Εγχειρίδιο ΕΔΜ50, 2011, σ. 1-21.
Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://eclass.ouc.ac.cy/course/view.php?id=198, 10/xi/2013.


Σαμαράς Αθ. Ν, “Επικοινωνιακή Χειραγώγηση και Ένοπλες Δυνάμεις”, Επιθεώρηση ΣΕΘΑ, 17, 2001, σ. 54-60.

 

 



[1] “Επιστήμες του ανθρώπου και επικοινωνία δημοσιογραφία”, Οδηγός Μελέτης ΕΔΜ50, Λευκωσία, 2013, σελ. 4. Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://eclass.ouc.ac.cy/mod/resource/view.php?id=38690, 10/xi/2013, εφεξής θα χρησιμοποιείται η συντομογραφία Οδηγός ΕΔΜ50.
[2] Κασούλης Λ., Tοποθέτηση” στην Ημερίδα “Η Έννοια της Αλήθειας στην Επικοινωνία και Δημοσιογραφία”, 1o Retreat του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Επικοινωνίας & Δημοσιογραφίας του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, 2012, μέρος 1o, 9:40’-10:22’. Διαθέσιμο στη διεύθυνση
 http://eclass.ouc.ac.cy/mod/page/view.php?id=26313, (10/xi/2013).
Εφεξής θα χρησιμοποιείται η συντομογραφία Ημερίδα.
[4] ό.π., σ. 2.
[5] Κουσούλης Λ., Ημερίδα, 1ο μέρος, 7:30’-9:27’.
[7] Διάκριση ανάμεσα σε σοβαρούς δημοσιογράφους και «υπαλλήλων» διαφόρων συμφερόντων.
[8] Ξυδάκης Ν., Ημερίδα, 2ο μέρος, 3:54’.
[9] Lemann N., “Can Journalist be truly objective, Big Think, 2008. Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://bigthink.com/videos/nicholas-lemann-can-journalists-be-objective, 10/xi/2013.
[11] Baggini J., ό.π., σ. 3.
Διαθέσιμο στη σελίδα http://bigthink.com/videos/can-journalists-be-objective-2, 10/xi/2013.
[13] Ξυδάκης Ν., ό.π., 9:28’:10:20’.
[14] Rosen J., ό.π.
[16] Broersma M.J., ό.π.
[18] Οδηγός ΕΔΜ50, ό.π.
[20] Σαμαράς Αθ. Ν, “Επικοινωνιακή Χειραγώγηση και Ένοπλες Δυνάμεις”, Επιθεώρηση ΣΕΘΑ, 17, 2001, σ. 56. Διαθέσιμο στη σελίδα
[21] Barney R.D. & Black J., ό.π., σ. 235.
[22] Barney R.D. & Black J., ό.π. σ. 236.
[23] Ρ. Δούρου, Ημερίδα, 15:30
[24] Παπαγιαννίδης, Α., “Φιλοσοφία και Επικοινωνία-Δημοσιογραφία”, Εγχειρίδιο ΕΔΜ50, 2011, σ. 1-21.
Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://eclass.ouc.ac.cy/course/view.php?id=198, 10/xi/2013.